«Η αισιοδοξία στην μεταπολεμική Ελλάδα είχε ονοματεπώνυμο, Αλίκη Βουγιουκλάκη»

Άποψη

Της Βασιλικης (Βίκη) Νάκου Ιστορικός/Δημοσιογράφος και Αναπληρώτρια Γραμματέας Κοινωνίας Κόμματος της Νέας Δημοκρατίας.


Η Ελλάδα έβγαινε λαβωμένη και βαθιά πληγωμένη, από έναν μεγάλο πόλεμο και έναν τραγικό εμφύλιο. Έψαχνε, από κάπου να γαντζωθεί να ξεκινήσει, να χαμογελάσει, ν'αποκτήσει όνειρο και δύναμη. Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε ένα δροσερό και όμορφο κορίτσι γεμάτο ταλέντο και ένα χαμόγελο φωτεινό, όπως ο ήλιος της πατρίδας μας.

 

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη γεννημένη το 1934 στην Αθήνα, έχασε από νωρίς την πατρική στοργή, αφού ο Ιωάννης Βουγιουκλάκης επιφανής νομικός και νομάρχης της Αρκαδίας υπήρξε αθώο θύμα του εμφυλίου πολέμου, που βρήκε φρικτό θάνατο, από τους κομμουνιστές. Ποτέ η Αλίκη δεν μίλησε για το γεγονός αυτό.

 

εγάλωσε με την μητέρα της και τα δυό μικρότερα αδέλφια της και έκανε τα δάκρυά της πείσμα, όπως και την φτώχεια εκείνων των χρόνων και πήρε στους ώμους της την λαχτάρα ενός λαού, που ήθελε να ξαναφτιάξει την Ελλάδα, από τα ερείπια της και να ξαναδεί αισιόδοξα την ζωή του. Στα φτωχόσπιτα της συνοικίας «τ' όνειρο» μέσα σε λάμπες πετρελαίου μεγάλωνε η γεννιά της προσπαθώντας να μάθει γράμματα ή ξανάπιανε το μυστρί και την αξίνα για να ξαναχτίσει την Πατρίδα.

 

Εκείνη αποφασίζει να γίνει ηθοποιός και σπουδάζει στο Εθνικό Θέατρο ξεκινώντας μια σπουδαία καριέρα. Μια καριέρα, που συμβάδισε απόλυτα με την πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Με ένα δροσερό χαμόγελο, με τη δύναμη των νειάτων της και του ταλέντου της, ξεδίπλωσε τους ρόλους της σε ελληνικά μοτίβα, ως πρωταγωνίστρια σε κεφάτες ταινίες στον ελληνικό κινηματογράφο αποκτώντας κύμα θαυμαστών, για περισσότερα, από 40 χρόνια. Οι Έλληνες την έχρισαν απόλυτη «Εθνική Σταρ» και της έδωσαν το στέμμα μιας κυριαρχίας, που δεν έχει μέχρι τώρα διάδοχο.

 

Είναι πραγματικά μεγαλειώδες, πως ακόμη και σήμερα μικρά παιδιά την γνωρίζουν και προσπαθούν να την μιμηθούν. Ένας μύθος, που παρά τα 22 χρόνια από το θάνατο της, δεν μειώθηκε στο ελάχιστο. Αν είναι κάτι, που πάντα θα με συγκινεί στην Αλίκη είναι η ακατάπαυστη εργασία της, η ακούραστη αγάπη της για το θέατρο και η ενέργεια της, προς τους νεότερους συναδέλφους της αλλά και τα μικρά παιδιά, που τα λάτρευε.

 

Δεν είναι τυχαίο, που το τελευταίο θεατρικό έργο που ανέβασε «Η μελωδία της ευτυχίας» ήταν σχεδόν αφιερωμένη στα παιδιά. Η τρεμάμενη φωνή του αποχαιρετισμού της στην τελευταία της παράσταση στους θεατές της και κατ' επέκταση στους Έλληνες εκείνο το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, ήταν η συγκινητική αποχώρηση ενός ειδώλου των Ελλήνων, που ξεκίνησε με απόλυτο χαμόγελο και έκλεινε με δάκρυα και σφιγμένο χαμόγελο.

 

 

Ένα χαμόγελο, που έκλεινε 44 χρόνο καριέρας και προσφοράς στον ελληνικό πολιτισμό και δάκρυα, για μια πορεία με δυσκολίες, για την κορυφή, που ποτέ δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα. Άλλωστε και σήμερα, αν θέλουμε συντροφιά ένα τραγούδι θα σιγοψυθιρίσουμε «Μες' αυτή την βάρκα είμαι μοναχή και έχω συντροφιά μου κάτασπρο πουλί ...» Με αυτή την βάρκα στην Ελλάδα, η Αλίκη ταξίδεψε σε καταγάλανα νερά και έδωσε αισιοδοξία και δύναμη στη γενιά της. Μια γεννιά, που δούλεψε πολύ -όπως και η ίδια- και όρισε σε όλα τα επίπεδα την αυτοδημιουργία και την αυτοδυναμία, για να ξανασταθεί στα πόδια της.

 

Μια γεννιά, που πείνασε, ορφάνεψε και πόνεσε. Που δεν το έβαλε κάτω και που τα κατάφερε πραγματικά! «Αρχηγός της», σε αυτή το Ταξείδι ήταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Η Αλίκη, με το γαρύφαλλο στ' αυτί, που πάντα θα μας φωνάζει και θα μας καλεί: «Άλλος με την βάρκα μου;»


Από: www.ka-business.gr

Περισσότερα άρθρα στην κατηγορία "Άποψη"
Κοινοποίησε