Μέχρι το 2021 εκτός λειτουργίας ο επιταχυντής του CERN

Τεχνολογία

Ο Μεγάλος Επιταχυντής Αδρονίων (LHC) του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών (CERN) τέθηκε εκτός λειτουργίας έως την άνοιξη του 2021, προκειμένου να πραγματοποιηθούν σε αυτόν εκτεταμένες εργασίες αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού.

Μέχρι το 2021 εκτός λειτουργίας ο επιταχυντής του CERN
Μέχρι το 2021 εκτός λειτουργίας ο επιταχυντής του CERN

 

Κατά τη δεύτερη φάση λειτουργίας του (2015-2018), ο ισχυρότερος επιταχυντής του κόσμου λειτούργησε καλύτερα από κάθε προσδοκία, πετυχαίνοντας περίπου 16 εκατομμύρια δισεκατομμυρίων συγκρούσεις μεταξύ πρωτονίων, με ενέργεια 13 ηλεκτρονιοβόλτ (TeV), παράγοντας ένα τεράστιο όγκο δεδομένων άνω των 300 petabytes (300 εκατομμυρίων gigabytes), πενταπλάσιο περίπου σε σχέση με τον πρώτο «γύρο» λειτουργίας του.

Μετά την αναβάθμισή του, ο επιταχυντής θα επανέλθει δριμύτερος, έχοντας ικανότητα για συγκρούσεις με ακόμη περισσότερη ενέργεια (14 TeV). Ενώ στη μεθεπόμενη φάση του (High-Luminosity LHC), που θα αρχίσει μετά το 2025, ο επιταχυντής θα είναι ακόμη πιο «φωτεινός».

Όπως δήλωσε η γενική διευθύντρια του CERN, η Ιταλίδα φυσικός Φαμπιόλα Τζιανότι, «κατά τα τελευταία χρόνια τα πειράματα του LHC έχουν κάνει τρομερή πρόοδο για την κατανόηση των ιδιοτήτων του μποζονίου Χιγκς, ενός ειδικού σωματιδίου, πολύ διαφορετικού από τα άλλα στοιχειώδη σωματίδια που έχουν παρατηρηθεί μέχρι σήμερα. Οι ιδιότητές του μπορεί να μας δώσουν χρήσιμες ενδείξεις για μια φυσική πέρα από το Καθιερωμένο Πρότυπο».

Εκτός από τη μελέτη του σωματιδίου Χιγκς, τα πειράματα του LHC κατά την προηγούμενη τετραετία ανακάλυψαν νέα «εξωτικά» σωματίδια όπως το Ξcc++ και τα πεντακουάρκ. Μέχρι την επαναλειτουργία του μεγάλου επιταχυντή το 2021, οι φυσικοί θα έχουν αρκετό χρόνο για να αναλύσουν τα έως τώρα δεδομένα και να αναζητήσουν -σαν τους ψύλλους στα άχυρα- τις «υπογραφές» μιας νέας Φυσικής.

Η αναβάθμιση αφορά όλο το συγκρότημα των επιταχυντών και των ανιχνευτών. Μεταξύ άλλων, ο πρώτος κρίκος στην επιταχυντική αλυσίδα, ο γραμμικός επιταχυντής Linac 2 θα παραχωρήσει τη θέση του στον Linac 4, ο οποίος θα επιταχύνει ιόντα υδρογόνου, τα οποία στη συνέχεια θα μετατρέπονται σε πρωτόνια. Ο δεύτερος κρίκος, ο επιταχυντής Proton Synchrotron Booster, θα εφοδιασθεί με τελείως νέα και καλύτερα συστήματα, ενώ ο επιταχυντής Super Proton Synchrotron, ο τρίτος και τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα πριν τον LHC, θα γίνει επίσης ικανότερος στην επιτάχυνση των δεσμών σωματιδίων.Βελτιώσεις θα γίνουν και στον ίδιο τον LHC, ενώ θα  συνεχισθούν τα κατασκευαστικά έργα για τον μελλοντικό «υψηλής φωτεινότητας μεγάλο επιταχυντή» (High-Luminosity LHC), νέες στοές θα συνδεθούν στο υπόγειο τούνελ του LHC, ενώ νέες τεχνολογίες υπεραγώγιμων μαγνητών θα δοκιμασθούν για πρώτη φορά. Ακόμη, όλα τα πειράματα του LHC (Atlas, CMS, Alice, LHcb) θα αναβαθμίσουν ζωτικά μέρη των ανιχνευτών τους μέσα στην επόμενη διετία.

Η Ελληνική συμμετοχή στο CERN

 Ελλάδα είναι ένα από τα 12 ιδρυτικά μέλη του οργανισμού. Στόχος της ίδρυσης του CERN ήταν να φέρει κοντά ερευνητές από όλη την Ευρώπη και να τους προσφέρει τα απαραίτητα μέσα για τη βασική έρευνα, ακολουθώντας το όραμα πρωτοπόρων όπως οι Raoul Dautry, Pierre Auger, Lew Kowarski, Edoardo Amaldi και Niels Bohr. Η ελληνική επιστημονική κοινότητα υπήρξε από τους βασικούς πρωτεργάτες αυτής της προσπάθειας. Τον Φεβρουάριο του 1952, η Ελλάδα συμμετείχε στο πρώτο συμβούλιο του οργανισμού υπό την αιγίδα της UNESCO, το οποίο οδήγησε τελικά στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πυρηνικών Ερευνών, τον Σεπτέμβριο του 1954.

 

ήμερα, ελληνικές ομάδες συμμετέχουν στα πειράματα ATLAS και CMS, τα δύο πειράματα που ανακοίνωσαν την ανακάλυψη του σωματιδίου Higgs -η οποία τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ Φυσικής του 2013-, καθώς και στο πείραμα ALICE, το οποίο μελετά μια πρωταρχική μορφή ύλης η οποία επικράτησε στο σύμπαν αμέσως μετά τη Μεγάλη Εκρηξη. Σημαντική είναι και η συμμετοχή των ελληνικών πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων στα υπόλοιπα πειράματα του CERN. Αξίζει να αναφερθούμε στο πείραμα CAST, που προσπαθεί να ανιχνεύσει υποψήφια σωματίδια σκοτεινής ύλης, στο nTOF, που ειδικεύεται στη μελέτη νετρονίων και σε μελέτες αστροσωματιδιακής φυσικής, καθώς και στο ISOLDE, σε πειράματα πυρηνικής φυσικής με σημαντικές εφαρμογές τόσο στην ιατρική όσο και στη διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων.

 


Από: ka-business.gr

Περισσότερα άρθρα στην κατηγορία "Τεχνολογία"
Κοινοποίησε